ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Αφιερωμένο στους μαθητές μου στα Μέγαρα:

Η ΑΡΧΗ

Ξεκίνησες

κρατώντας του βωμού τη δάδα

και των γονέων την ευχή

της Δήμητρας Μεγάρας τη χάρη

αφ’ ότου  την άγκυρα,

που σε κρατούσε στη Νίσαια,

έλυσες και κίνησες

πόντους και κάβους ταραγμένους

και συμπληγάδες να διασχίσεις.

Κι οι σύντροφοι σου να κωπηλατούν

με την ασπίδα και το δόρυ πλάι τους

έτοιμοι

να βρουν μια νέα γη να ζήσουν.

Και σαν στου οικιστού θυσίασες στην Εστία

έχτισες

απέναντι απ’ των «τυφλών τη χώρα»

την πόλη την επτάλοφο

που τ’ όνομά σου πήρε.

Τώρα στη θύμησή σου έρχονται

τα Μέγαρα και η Καρία,

ο Δήμος όπου έμαθες ν’ αγαπάς

και ποτέ η Αθήνα η μεγάλη δε θα λυγίσει

μα πάντα ανεξάρτητος θα ζει

Πόλις-κράτος να σημαίνει.

Τώρα εδώ στα θρακικά τα χώματα

τύραννο θα θελήσουν να σε κάνουν

ως έχουν και οι γείτονες βασιλείς

να κυβερνάς και να διατάζεις

με θεϊκές τιμές και προσκυνήσεις.

Τότε ποιος την ορμή του εαυτού

-που πάντα δόξες και τιμές ζητάει-

θα κοπάσει;

και θα χαράξει

νόμους κι εντολές σε πλάκες

να μη μπορεί κανένας να χαλάσει!
Ποιος τους απλούς πολίτες

απ’ των πλουσίων και των ισχυρών τη δίψα

θα φυλάξει

και το «έδοξε τω Δήμω»

αλώβητο θα κρατά κι απ’ το δικό σου κύρος;

Ο Βύζαντας

που τύραννος ποτέ δε θα γενεί!

Γ. Β. Τσούπρας, 1996.

 Άθλα Ηράκλεα

Τι την φοράς την λεοντή

Τον κόσμο να τρομάζεις

Σαν να’ σαι σύ ο λέοντας

Και βασιλιάς της φύσης.

Γυναίκα ήταν η πληγή

Αδύναμη και δεύτερη στη γη

Πισώπλατα σε βρήκε κι έπεσες

Μες στην πυρά να ‘γιάνεις.

Σα δύναμη λογίζεται απ’ όλους

Του σώματος η ρώμη και η ορμή

Στη μάχη που νικάει κι άθλους κατορθώνει.

Άθλους που σαν κι αυτούς στον κόσμο άλλος

Δεν ήταν δυνατό να κάνει.

Άλλος δε νίκησε τον Κέρβερο,

Τις όρνιθες της λίμνης και της κόλασης

Τον λέοντα και τον Αγκαίο,

Τον ταύρο και τα άγρια βόδια,

Πλάσματα και Ζώα του μύθου

Στοιχειά του Άδη στον κόσμο τον επάνω.

Και σάμπως της μοίρας σου ´τανε γραπτό

του Δια γιος,

αήττητος από σπαθιά

ακόντια και τόξα, νύχια και δόντια

και της Κακίας τις αφανέρωτες αρπάγες,

Συ, ο εραστής της Αρετής

και τόσων άλλων θηλυκών,

να φύγεις από τη γή

Φορώντας πουκάμισο τη ζήλια

Βαμμένο με δαίμονα αίμα

και γυναίκας αβάσταχτη ζήλια,

Στο σώμα κολλημένο

να τρώει τη σάρκα

και την ψυχή να σκίζει!

Δύναμη είναι αυτή

Που νίκησε τον νικητή

Και αθλοφόρο Ηρακλή.

Κι η Ήβη;

Γ. Β. Τσούπρας, 2007

Αφιερωμένο στις γυναίκες που μας ταλαιπωρούν

Γυναίκα –φόνισσα

Πολύ τον πόθησε!

Θα του ‘δινε τα πάντα,

το σώμα της,  το είναι της ψυχής της!

Για χάρη του, πατέρα πρόδωσε

Και αδερφό θυσίασε με πόνο

Για να τον σώσει!

Κι αυτός την πούλησε για μιαν Αργώ

Μακριά να φεύγει να διαβαίνει, να χάνεται!

Το φάντασμα της Κολχίδος το τέρας

Το δέρας το χρυσόμαλλο να κυνηγά στον κόσμο

Πουθενά να το’ βρει δε μπορεί.

Μα φεύγει μακριά, γλυτώνει, χάνεται!

Τώρα, γυναίκα του πιστή

Τι θ’ απογίνει στο μεγάλο άστυ;

Ποιος θα την πάρει, μια μάγισσα πλανεύτρα κυρά;

Πολύ φοβάται τώρα, τρέμει, τρέχει, κρύβεται.

Καρπούς δεν έχει απ’ αυτόν, τον μονοσάνδαλο,

Κι απ’ άλλον δεν έχει, ούτε θέλει

Παρόλο πού γνωρίζει!

Ποιόν τότε θα σκοτώσει; Αναρωτιέται.

Στό μέλλον βλέπει!

Γι’ αυτό φοβάται.

Μην κινήσει το λεπίδι

και κόψει τον δικό της

τον λαιμό!

Καί τά παιδιά;

Γ.Β.Τσούπρας, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s